Στα ίχνη του Banryu στις Ιαπωνικές Άλπεις
Στις αιχμηρές κορυφογραμμές των Βόρειων Άλπεων της Ιαπωνίας, εκεί όπου τα σύννεφα μπλέκουν με τις κορυφές των 3.000 μέτρων, μια διαφορετική ομάδα Άγγλων και Ιαπώνων αθλητών αποφάσισε να ζήσει μια περιπέτεια γρήγορου βουνού. Ο στόχος τους δεν ήταν μόνο οι κορυφές, αλλά και η αναζήτηση ενός νοήματος πίσω από τα βήματα: να ακολουθήσουν τη διαδρομή που χάραξε πριν αιώνες ο μοναχός Banryu, ο «πατέρας του ιαπωνικού αλπινισμού».
Η διαδρομή τους ένωσε το Καμικοτσί, τον Γιαριγκατάκε και τον Χοτάκα, σχηματίζοντας έναν κύκλο γεμάτο ιστορία, θρύλους και απαιτητικά περάσματα. Το ταξίδι κατέληξε με μια απόπειρα FKT (fastest-known-time) στο όρος Γιακέ-ντάκε, το μοναδικό ενεργό ηφαίστειο στις Ιαπωνικές Άλπεις.
Παρά τις γλωσσικές δυσκολίες, η ομάδα ανακάλυψε πως υπάρχει μια κοινή γλώσσα που δεν χρειάζεται λέξεις: ο ήχος του βηματισμού, η δύναμη της ανατολής σε ένα παγωμένο διάσελο και η σιωπηλή συμφωνία πως όλοι μοιράζονται την ίδια αντοχή και το ίδιο πάθος.
Στα ίχνη του Banryu στις Ιαπωνικές Άλπεις-Η ομάδα και η προετοιμασία
Η ιδέα γεννήθηκε στο μυαλό του Jake Baggaley, Άγγλου παραγωγού και φωτογράφου, που είχε επισκεφθεί την Ιαπωνία δύο φορές και ονειρευόταν να τρέξει τις Ιαπωνικές Άλπεις. Ήξερε πως δεν αρκούσε μόνο μια διαδρομή· χρειαζόταν μια ομάδα που θα μπορούσε να μοιραστεί τον ίδιο ρυθμό, την ίδια περιέργεια, την ίδια δίψα για βουνό.
Το πρώτο εμπόδιο ήταν η γλώσσα. Στέλνοντας μηνύματα μέσω social media, ακόμα και με Google Translate, οι απαντήσεις ήταν μηδενικές. Εκεί ήρθε η βοήθεια του τοπικού διανομέα της Rab στην Ιαπωνία, που τον έφερε σε επαφή με δύο πολύτιμους συμμάχους: την Aoi Chan, αθλήτρια δρόμου και μοντέλο, και τον Yusuke Tanaka, αθλητή trail και κινηματογραφιστή από την περιοχή του Καμικοτσί.
Στην ομάδα προστέθηκαν και δύο καλοί φίλοι του Jake: ο Sam Hill, οδηγός βουνού και φωτογράφος, και ο Matt Green, δημιουργός ταινιών περιπέτειας και δυνατός αθλητής. Έτσι σχηματίστηκε ένας ιδιαίτερος πυρήνας, μισός ιαπωνικός, μισός αγγλικός, που είχε μπροστά του έναν διπλό στόχο: να τρέξει μια από τις πιο άγριες ορεινές διαδρομές της χώρας και να αποτυπώσει τη στιγμή μέσα από φακούς και εικόνες που θα μιλούσαν τη δική τους, κοινή γλώσσα.
Στα μονοπάτια των Ιαπωνικών Άλπεων
Το ταξίδι ξεκίνησε από το Καμικοτσί, μια μικρή ορεινή πόλη χωρίς αυτοκίνητα, που συχνά αποκαλείται «το Σαμονί της Ιαπωνίας». Από εκεί ξεδιπλώθηκε το μονοπάτι που θα τους οδηγούσε σε μια κυκλική διαδρομή ανάμεσα στις κορυφές Γιαριγκατάκε και Χοτάκα, δύο από τα ψηλότερα βουνά της χώρας.
Η καρδιά της διαδρομής ήταν το περίφημο Daikiretto, μια κόψη τόσο απότομη και εκτεθειμένη που φημίζεται για τον βαθμό δυσκολίας της. Στενά περάσματα, ατσάλινες αλυσίδες και σκάλες, αναρριχήσεις και κατεβάσματα με γκρεμούς εκατοντάδων μέτρων να χάνονται στο κενό. Δεν υπήρχε χώρος για λάθος – μόνο για συγκέντρωση και σεβασμό στο βουνό.
Για τον Jake, η επιλογή αυτής της διαδρομής δεν ήταν τυχαία. «Είναι ένας τέλειος κύκλος, ένα τόξο που ενώνει δύο κορυφές και σε κάνει να νιώθεις πως περπατάς στη ραχοκοκαλιά της Ιαπωνίας», είπε. Για την ομάδα, όμως, σήμαινε κάτι περισσότερο: μια πρώτη γεύση από την ένταση και την ομορφιά που θα χαρακτήριζαν όλο τους το ταξίδι.
Η φιλοξενία στα ορεινά καταφύγια
Μετά από ώρες πάνω στις κόψεις και στα μονοπάτια, τα ιαπωνικά καταφύγια αποδείχθηκαν πολύτιμοι σταθμοί. Η οργάνωση τους θύμιζε ευρωπαϊκά πρότυπα, με ξύλινες πλατφόρμες και στρωμένα φουτόν για ύπνο, αλλά η ατμόσφαιρα είχε μια ξεχωριστή, ιαπωνική ψυχή.
Η κράτηση δεν ήταν εύκολη· απαιτούσε τηλέφωνο, καλή γνώση της γλώσσας και λίγη τύχη, ιδιαίτερα γιατί το ταξίδι συνέπεσε με την περίοδο του φθινοπωρινού φεστιβάλ, μια από τις πιο πολυσύχναστες στιγμές του χρόνου. Παρ’ όλα αυτά, η δυσκολία μετατράπηκε σε ευλογία: η αλλαγή στο πρόγραμμα χάρισε στην ομάδα μια μέρα με καταιγίδες χαμηλά και μια επόμενη με ουρανό διάφανο, ιδανικό για να δοκιμάσουν τις δυνάμεις τους ψηλά.
Κι αν κάτι έμεινε χαραγμένο, ήταν το φαγητό. Ζεστή σούπα μίσο, άφθονο ρύζι, πιάτα με ψάρι, λαχανικά και μικρά συνοδευτικά σερβιρισμένα με φροντίδα. Ένα τελετουργικό σε ύψος 3.000 μέτρων, όπου η κάθε μπουκιά γινόταν κομμάτι της εμπειρίας. Η γλώσσα μπορεί να μην επέτρεπε πολλές συζητήσεις, όμως το κοινό δείπνο μετά από μια σκληρή μέρα στο βουνό έδενε την ομάδα πιο πολύ κι από τις αλυσίδες του Daikiretto.
Η κορυφή του Yarigatake και οι μεγάλες στιγμές
Η τρίτη μέρα τους οδήγησε στην κορυφή του Yarigatake, στα 3.180 μέτρα. Το βουνό, με τη χαρακτηριστική αιχμή που θυμίζει λόγχη, δεν είναι απλώς μια κορυφή· είναι σύμβολο για κάθε Ιάπωνα ορειβάτη. Εκεί, ανάμεσα σε βράχια και σύννεφα, η ομάδα βρέθηκε αντιμέτωπη με το βάρος της ιστορίας: ήταν η ίδια κορυφή που πρώτος ανέβηκε ο μοναχός Banryu, σηματοδοτώντας την απαρχή του ιαπωνικού αλπινισμού.
Το απόγευμα, στο καταφύγιο Kitahotaka, ο ουρανός έπαιξε το δικό του θέατρο. Τα σύννεφα που σκέπαζαν τις κορυφές παραμερίστηκαν, αποκαλύπτοντας το μονοπάτι που είχαν ήδη διασχίσει και τις αιχμηρές κορυφές που τους περίμεναν. Όλοι βγήκαν έξω, σιωπηλοί, για να παρακολουθήσουν την αλλαγή του φωτός. Ήταν μια από εκείνες τις στιγμές που δεν χρειάζονται λόγια – μια συλλογική ανάσα θαυμασμού, ένα μοίρασμα καθαρής χαράς.
Για τον Jake, ήταν ακριβώς αυτό που είχε ονειρευτεί. «Αυτό ήθελα να ζήσω», είπε. «Μια στιγμή που σε κάνει να νιώθεις πως ανήκεις εδώ, ακόμα κι αν η γλώσσα και η κουλτούρα είναι διαφορετικές».
Το FKT στο Yake-dake και το μήνυμα της εμπειρίας
Η τελευταία δοκιμασία ήταν και η πιο έντονη. Το όρος Yake-dake, το «φλεγόμενο βουνό», υψώνεται σαν φρουρός πάνω από το Καμικοτσί. Το μονοπάτι ξεκινά μέσα σε δάσος, συνεχίζει σε χαλαρά, σαθρά περάσματα και καταλήγει σε έναν κάθετο αγώνα με σιδερένιες σκάλες και αλυσίδες που οδηγούν ως την κορυφή του κρατήρα. Εκεί η ομάδα δοκίμασε τις δυνάμεις της σε μια προσπάθεια FKT.
Με προσεκτικό σχεδιασμό, ξεκίνησαν σε διαφορετικά διαστήματα, ώστε να φτάσουν σχεδόν ταυτόχρονα στην κορυφή. Η Aoi, παρά την κούραση των προηγούμενων ημερών, ανέτρεψε τις προσδοκίες, τερματίζοντας πολύ πιο γρήγορα από ό,τι είχε υπολογίσει. Ο Yusuke, τελευταίος στην εκκίνηση, κατέγραψε τον αγώνα του με action camera, ενώ στην κορυφή τους περίμενε ο Matt με το drone του, έτοιμος να απαθανατίσει τη στιγμή. Όλοι τους ξεπέρασαν τα όριά τους και κατέρριψαν το υπάρχον ρεκόρ.
Καθώς κατέβαιναν, εξαντλημένοι αλλά γεμάτοι, ο Jake συνειδητοποίησε πως το μεγαλύτερο κέρδος της αποστολής δεν ήταν οι κορυφές ούτε οι χρόνοι. Ήταν η κοινή εμπειρία. Το γέλιο και ο πόνος, τα περάσματα με τις αλυσίδες, τα βράδια γύρω από ένα τραπέζι με ζεστή σούπα. Όλα όσα έσβησαν τα σύνορα της γλώσσας και άφησαν στη θέση τους μια αληθινή σύνδεση.
«Δεν τρέξαμε χιλιάδες χιλιόμετρα, ούτε ανεβήκαμε στο K2», είπε. «Αλλά βρήκαμε την ουσία του να μοιράζεσαι το βουνό με ανθρώπους που αγαπούν το ίδιο πράγμα. Αυτό είναι που μετράει».
Κι έτσι, στα βήματα του Banryu, η ομάδα έγραψε τη δική της ιστορία – μια ιστορία που δεν μετριέται σε μέτρα ή ρεκόρ, αλλά σε στιγμές που μένουν ανεξίτηλες.